Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016

Εσωτερική εργασία


Toυ Νικήτα Στηθάτου
Από την  Α΄ Εκατοντάδα Πρακτικών Κεφαλαίων
 

32. Η εσωτερική εργασία ή στεφάνια προξενεί στην ψυχή, ή ποινές και κολάσεις. Αν δηλαδή καταγίνεται γύρω από τα θεία πράγματα και περιποιείται το χωράφι της ταπεινοφροσύνης, δέχεται από ψηλά τη βροχή των δακρύων και καλλιεργεί την αγάπη και την πίστη στο Θεό και τη συμπάθεια προς τον πλησίον, με τις οποίες η ψυχή παίρνει το κάλλος της μορφής του Χριστού, γίνεται φως στους ανθρώπους και προσελκύει τα βλέμματά τους με τις ακτίνες των αρετών της και κινεί όλους σε δοξολογία του Θεού. Αν όμως καταγίνεται γύρω από τα γήινα και ανθρώπινα και αναταράζει και σκαλίζει τους τόπους της αμαρτίας που κάτω τους περνούν υπόνομοι, ποτίζεται από αυτούς με δυσωδία και σκοτάδι και καλλιεργεί το μίσος και την αποστροφή του καλού. Και έτσι η ψυχή, παίρνοντας τη χοϊκή και άμορφη εικόνα του παλαιού ανθρώπου, γίνεται πραγματικό σκοτάδι για όσους την πλησιάζουν . Και με την εργασία και απασχόληση των φαύλων πράξεων διαφθείρει ψυχές απλοϊκές και αστήρικτες και κινεί σε βλασφημία κατά του Θεού. Και έτσι, σε όποια βρεθεί η ψυχή κατά το θάνατο, ανάλογη έχει και την ανταπόδοση.


Πηγή : Ομολογία Πίστεως




 
Αινείτε τον Κύριον. Ήχος πλ του δ΄. Νικολαιδου Βασ...
Δανιηλ Κ. 

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2016

Έχω αξία;;

 Μέσα από ένα εξαιρετικό  κείμενο του π. Φιλοθέου Φάρου

« Είναι απαραίτητο να κατανοήσει ο άνθρωπος ότι για να ικανοποιεί  τις ανάγκες του, δεν αρκεί  να τον αγαπούν, αλλά χρειάζεται  να αισθάνεται  ότι έχει αξία  και δεν φθάνει μόνον  να μας αγαπούν  για να αισθανόμαστε ότι  έχουμε αξία. Είτε μας αγαπούν  είτε όχι, για να αισθανώμεθα ότι έχουμε αξία  χρειάζεται να συμπριφερώμεθα  μ’έναν ορισμένο τρόπο . Χρειάζεται να μάθουμε να διορθώνουμε τον εαυτόν μας όταν κάνη λάθος  και να του το αναγνωρίζουμε  όταν κάνη το σωστό. Αν δεν αξιολογούμε την συμπεριφορά μας, κι αν, αφού  την αξιολογήσουμε, δεν προσπαθούμε  να την βελτιώσουμε, όταν είναι κατώτερη  απ’αυτήν  που θα μπορούσε να είναι, δεν θα ικανοποιηθεί η ανάγκη μας  να αισθανώμεθα  ότι έχουμε αξία  και θα υποφέρουμε πολύ, τόσο όσο υποφέρουμε όταν δεν αγαπάμε  και δεν μας αγαπούν. Οι αξίες, τα κριτήρια  και η διάκριση  μεταξύ καλής  και κακής συμπεριφοράς  συνδέονται άμεσα  με την ικανοποίηση της ανάγκης μας να αισθανώμεθα  ότι έχουμε  αξία  και είναι πολύ σημαντικό  για μια αποτελεσματική ψυχοθεραπεία…Είναι απαραίτητο  να είμεθα  πάντοτε συνδεδεμένοι  με κάποιους  ανθρώπους…η αγάπη  είναι ένα επίτευγμα που προϋποθέτει  ένα πολύ  δύσκολο  και επώδυνο  αγώνα  του ανθρώπου  ενάντια  στο εγώ του. Η αγάπη  είναι μία χωρίς  όρους  και προϋποθέσεις  προσφορά  στον άλλον  χάριν του άλλου….το δεδομένο της μητρικής αγάπης  είναι μύθος…Αποκτάμε αυτοσεβασμό  με την πειθαρχία  και την προσέγγιση  των άλλων με την αγάπη. Η πειθαρχία  πρέπει  να έχει πάντα μέσα της  το στοιχείο  της αγάπης.

« Ενδιαφέρομαι  αρκετά  για σένα  για να σε αναγκάσω  να ενεργήσεις  μ’έναν καλύτερο τρόπο, έναν τρόπο που εγώ ήδη  τον γνωρίζω  και που θα μάθεις  κι εσύ  με την πείρα  ν’αναγνωρίζεις  ως τον σωστότερο. «Βασικά σε αγαπώ γιατί είσαι  σύ, αλλά επειδή  είμαι άνθρωπος  κι όχι Θεός, η αγάπη μου για σένα  δυναμώνει  όταν προσπαθείς  να γίνεσαι αξιαγάπητος»…


«Ουδείς λέγει  τω πλησίον:  « διατί ουκ αγαπάς  με;» , αλλ’ αυτός ποιών  τα άξια  της αγάπης  εφέλκεται  και τον πλησίον  εις αγάπην».

 

 

Υάκινθος


 

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2016

Για τον ενοχικό εγωκεντρισμό και τον φορτισμένο αξιόμισθα ασκητικό ηθικισμό

Ο Χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία.....


Σταλάγματα από τα κεραμίδια

Πολλοί αναγνώστες θα συναντούν ίσως δυσκολία στο να καταλάβουν με ποιά έννοια ο χριστιανισμός δεν είναι θρησκεία. Παραθέτουμε λοιπόν ένα ακόμα, σύντομο αλλά εξαιρετικά γλαφυρό, κείμενο του π. Αντωνίου Ρωμαίου, όπου με ένα απλό αλλά διδακτικότατο παράδειγμα φανερώνει την θρησκευτική και την μη θρησκευτική εκδοχή της Εκκλησίας και του Χριστιανισμού.

[...] Πολύ συχνά στο Εξομολογητήριο συναντώ ευλαβείς ανθρώπους που με απλότητα δηλώνουν ότι ενδιαφέρονται «για την σωτηρία τους». Καθώς αναγκάζομαι να τους «πληροφορήσω» ότι είναι λάθος ο στόχος τους, παραξενεύονται και καμιά φορά δυσανασχετούν. Δια να κατανοηθούν και οι δύο πλευρές σκέφτηκα να χρησιμοποιήσω λόγον αλληγορικόν. Παρακαλώ να έχετε υπομονή.

Ένας νεαρός πρίγκηπας, βγαίνοντας για κυνήγι μια μέρα, πέρασε από μια φτωχογειτονιά και, καθώς τα φτωχαδάκια παίζανε ανέμελα, πρόσεξε μιαν έφηβο ιδιαίτερα και, κάτω από τα κουρελιασμένα ρούχα της, κάτω από το βρώμικο κορμί της και τα αχτένιστα και άπλυτα μαλλιά της και τα τσιμπλιασμένα μάτια της, διέκρινε ότι το κορίτσι εκείνο είχε όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που θα έπρεπε να έχει και η γυναίκα που ζητούσε για πριγκήπισσα. Αθέτησε κάθε «πρωτόκολλο της Αυλής», τη ζήτησε από τους γονείς της και την έκανε «πριγκήπισσα».

Είναι αυτονόητο ότι από κει και πέρα ό,τι κάνει αυτή η κοπέλλα για τον καθαρισμό της και την εν γένει βελτίωσή της δεν το κάνει «για να γίνει πριγκήπισσα», αλλά γιατί έχει ήδη γίνει πριγκήπισσα. Το κάνει από φιλότιμο, όπως έλεγε ο μακαριστός Γέροντας Παΐσιος. Για να ζει «πριγκηπικά» θα λέγαμε.

Μετά το άγιο Βάπτισμα και το άγιο Χρίσμα, με τα οποία ενούμεθα υποστατικώς, ασυγχύτως και αδιαιρέτως μετά του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού, δεν είναι σωστό να βιώνουμε ότι αγωνιζόμαστε για τη σωτηρία μας. Παραβιάζουμε «θύρες ανοικτές». Το επιδιωκόμενο πλέον είναι και πρέπει να είναι η χριστοειδής ζωή.

Πάνω σ΄αυτή τη βάση δημιουργούνται βιώματα ευχαριστίας και ευγνωμοσύνης και φιλοτίμου και καταλύεται ο ενοχικός εγωκεντρισμός και ο φορτισμένος αξιόμισθα ασκητικός ηθικισμός. Βιώνεται μια φυσιολογική χαρμολύπη στηριγμένη στην άπειρη Αγάπη του Εραστού μας Ιησού και στην συνειδητοποίηση της δικής μας ελλειμματικότητας σε χριστοείδεια, της οποίας τα μεγέθη δεν είναι παρά δώρα του Εραστού μας και κλιμακώνονται μέχρις ότου Εκείνος θα θελήσει να μας οδηγήσει και στους θαλάμους της Αιώνιας Βασιλείας Του.

Από κάποιο αναγνώστη ετέθη η ερώτηση: Μετά το Βάπτισμα είμαστε πρίγκηπες, δηλαδή σεσωσμένοι;

Εφόσον θέλουμε να δούμε τα πράγματα σε κάποιο βάθος και με κάποια συνέπεια, τότε η ερώτηση αυτή έχει αξία και απαιτεί μια σοβαρή απάντηση.

Η σωτηρία έχει δύο διαστάσεις, μια η οποία αναφέρεται στα έσχατα και μια η οποία αναφέρεται στο παρόν. Για τα έσχατα δεν μπορεί κανείς να μιλήσει γιατί το θέμα της Κρίσεως δεν είναι μέσα στην εμβέλεια της ανθρώπινης κατανόησης. Η Κρίση είναι έργο αποκλειστικά του Χριστού και κατά συνέπεια επ' αυτού δεν μπορούμε να πούμε τίποτα.

Δεν συμβαίνει όμως το ίδιο με την διάσταση του παρόντος. Η εμπειρία της σωτηρίας, όπως μπορεί να την βιώσει κανείς στο παρόν είναι πολύ σαφής και συγκεκριμμένη και επομένως επ' αυτής μπορούμε να μιλήσουμε.

Με το Βάπτισμα λοιπόν λαμβάνουμε την σωτηρία υπό την μορφήν κεφαλαίου. Εναπόκειται όμως σε εμάς το αν και πως θα διαχειρισθούμε αυτό το κεφάλαιο. Αν το διαχειρισθούμε σωστά, τότε θα βιώσουμε την σωτηρία μας ως μια συγκεκριμμένη κατάσταση και εμπειρία.

Μπορεί όμως να αγνοήσουμε τελείως ότι έχουμε τέτοιο κεφάλαιο. Τότε είμαστε αναγκασμένοι από την φύση μας να αναζητήσουμε αλλού την σωτηρία μας. Κάποιοι θα την αναζητησουν στην θρησκεία.

Στην πρώτη περίπτωση προσεγγίζουμε την Εκκλησία έτσι όπως μας δίδαξε και προέτρεψε ο Χριστός, ανακαινούμενοι με την βοήθεια της Χάριτος του Θεού οι ίδιοι. Ανακαίνιση σημαίνει ζωή σύμφωνη με την πριγκιπική ιδιότητα.

Στην δεύτερη περίπτωση προσεγγίζουμε την Εκκλησία ως ένα από τα πολλά θρησκευτικά καθιδρύματα, ζητώντας να μας σώσει κάποιος ενδιάμεσος ανάμεσα σε μας και τον Θεό. Σε αυτήν την περίπτωση σωτηρία δεν σημαίνει ανακαίνιση αλλά διατήρηση των μη πριγκιπικών χαρακτηριστικών μας με την ελπίδα, χάρις στον μεσολαβητή, πριγκιπικών απολαύσεων!

Είναι δε χαρακτηριστικό ότι συνήθως οι δεύτεροι έρχονται στην Εκκλησία αφού πρώτα εξαντλήσουν όποια άλλη δυνατότητα έχουν.

Ο Χριστός όλους μας δέχεται και όλους μας αγαπά, για όλους σταυρώθηκε. Όμως αστήρ αστέρος διαφέρει!

πηγή : Παρεμβάσεις

Τρίτη 26 Ιανουαρίου 2016

" Αγία Αγάπη "



Tου Aγίου Πατρός ημών Διαδόχου Φωτικής
Από "Τα 100 πρακτικά κεφάλαια" (κεφάλαια 76-100)

90. Το Άγιο Πνεύμα στην αρχή της πνευματικής προόδου, αν αγαπήσομε με θερμότητα την αρετή του Θεού, δίνει στην ψυχή να γευθεί την γλυκύτητα του Θεού με όλη την αίσθηση και κάθε εσωτερική πληροφορία, για να μπορέσει να εννοήσει ο νους με ακριβή γνώση το τέλειο βραβείο των κόπων που καταβάλλονται για το Θεό. Κατόπιν όμως κρύβει το πολύτιμο και ζωοποιό αυτό δώρο, ώστε και αν εργαζόμαστε όλες τις άλλες αρετές, να νομίζομε ότι δεν είμαστε τίποτε, για το λόγο ότι δεν κάναμε ακόμη συνήθεια την αγία αγάπη. Τότε λοιπόν, κυρίως ο δαίμονας του μίσους ενοχλεί τις ψυχές όσων αγωνίζονται, ώστε και εναντίον εκείνων που τους αγαπούν να σηκώνει μίσος, και μέχρι προδοσίας να φέρνει την καταστρεπτική ενέργεια του μίσους. Γι' αυτό περισσότερο πονεί η ψυχή με το να θυμάται την πνευματική αγάπη, χωρίς να μπορεί να την αποκτήσει με αίσθηση, γιατί υστερεί στους τέλειους ασκητικούς κόπους. Είναι ανάγκη λοιπόν, έστω και βιάζοντας τον εαυτό μας, να εργαζόμαστε την τέλεια αγάπη για να φτάσομε να την γευθούμε με κάθε αίσθηση και εσωτερική πληροφορία. Γιατί την τελειότητα της αγάπης κανείς δεν μπορεί να αποκτήσει όσο βρίσκεται μέσα στο σώμα, παρά μόνο οι άγιοι που έφτασαν ως το μαρτύριο και την τέλεια ομολογία της πίστεως. Επειδή εκείνος που έφτασε ως το μαρτύριο, μεταβάλλεται ολόκληρος και ούτε για τροφή δεν έχει εύκολη την όρεξη· γιατί εκείνος που τρέφεται από τη θεία αγάπη, τι να επιθυμήσει πλέον από αυτόν τον κόσμο; Γι' αυτό και ο σοφότατος Παύλος, ο γεμάτος από πνευματική γνώση, μας αναγγέλλει την μέλλουσα απόλαυση των δικαίων από τη δική του πείρα και λέει: «Η βασιλεία του Θεού δεν είναι φαγητό και ποτό, παρά δικαιοσύνη και ειρήνη και χαρά που δίνει το Άγιο Πνεύμα»(Ρωμ. 14, 17)· και αυτά είναι ο καρπός της τέλειας αγάπης. Ώστε μπορούν να γεύονται εδώ συνεχώς την τέλεια αγάπη εκείνοι που προκόβουν στην τελειότητα. Τέλεια όμως κανείς δεν μπορεί να την αποκτήσει, παρά όταν καταποθεί η θνητότητα από τη ζωή(Β΄ Κορ. 5, 4).


πηγή :Ομολογία Πίστεως

Πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης,
εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, α΄τόμος, σελ. 310-325



 

 

Κυριακή 10 Ιανουαρίου 2016

Γνήσια βρέφη..



Tου Aγίου Πατρός ημών Διαδόχου Φωτικής
Από "Τα 100 πρακτικά κεφάλαια" (κεφάλαια 76-100)


 86. Ο ίδιος ο Κύριος λέει ότι ο σατανάς έπεσε σαν αστραπή από τον ουρανό(Λουκ. 10, 18), για να μη βλέπει ο κακόμορφος τα κατοικητήρια των αγίων Αγγέλων. Πώς λοιπόν αυτός που δεν κρίνεται άξιος της επικοινωνίας με τους καλούς δούλους, μπορεί να έχει ως κοινό κατοικητήριο μαζί με το Θεό, τον ανθρώπινο νου; Αλλά και αν προβάλλουν ότι γίνεται αυτό κατά παραχώρησιν, τίποτε δεν λένε. Γιατί η παιδαγωγική μεν παραχώρηση δεν στερεί διόλου την ψυχή από το θεϊκό φως: η χάρη μόνο, όπως ήδη είπα, κρύβει συνήθως από το νου την παρουσία της, για να εκθέτει κατά κάποιο τρόπο την ψυχή στην κακία των δαιμόνων, ώστε αυτή να ζητά με κάθε φόβο και πολλή ταπείνωση τη βοήθεια του Θεού, καθώς θα γνωρίζει λίγο-λίγο την κακία του εχθρού· έτσι και η μητέρα, όταν το βρέφος της δυστροπεί να θηλάσει, το απωθεί λίγο από την αγκαλιά της για να φοβηθεί από τη (φανταστική) παρουσία άσχημων ανθρώπων ή διαφόρων θηρίων, και έτσι με μεγάλο φόβο και δάκρυα να επιστρέψει στη μητρική αγκαλιά. Η δε παραχώρηση που γίνεται από αποστροφή του Θεού, παραδίνει την ψυχή που δεν θέλει το Θεό στους δαίμονες σαν δέσμια. Εμείς όμως δεν είμαστε τέκνα που ο Θεός αποστράφηκε, μη γένοιτο· αλλά πιστεύομε ότι είμαστε γνήσια βρέφη της χάρης του Θεού, που μας γαλουχεί με μικρές παραχωρήσεις και πολλές ενθαρρύνσεις, ώστε με την αγαθότητά της να φτάσομε να γίνομε άνδρες τέλειοι, με πλήρη πνευματική ωριμότητα.

πηγή :Ομολογία Πίστεως

Πηγή: Φιλοκαλία των Ιερών Νηπτικών, μεταφρ. Αντώνιος Γαλίτης,

εκδ. Το περιβόλι της Παναγίας, 1986, α΄τόμος, σελ. 310-325



 
 
Σχόλιο: Όλα τα κτίσματα του αγαθού Θεού είναι δημιουργήματα της άπειρης αγάπης Του  και της συνεκτικής Του Χάρης. Και γνωρίζουν τι είναι αυτή η αγάπη και την δέχονται ευχαριστιακά, όπως αυτός ο σκύλος. Εμείς , άνθρωποι , γνήσια βρέφη της  θείας Χάριτος, πότε άραγε θυμόμαστε να Τον ευχαριστούμε για τις άπειρες ευεργεσίες Του;   Υάκινθος

Τρίτη 29 Δεκεμβρίου 2015

π. Βασίλειος Θερμός (2η Ομιλία-Β)

 
Ι.Μ.Δημητριάδος    -  Τριήμερο Σεμινάριο Πνευματικών
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

Η Γιορτή και οι ανέορτοι- Χρῆστος Γιανναρᾶς


28 Δεκεμβρίου 2015
 
Α​​λλο η γιορτή, άλλο η ευχαρίστηση, η τέρψη, η ευδιαθεσία – αδικούμε την ποιότητα της ζωής μας ισοπεδώνοντας τον βιωματικό πλούτο που κομίζουν οι λέξεις.
Eυχαρίστηση είναι για όλους μας η αργία, η σχόλη, το διάλειμμα στον εργασιακό μόχθο. Eίναι το οικογενειακό τραπέζι, η φιλική συντροφιά, τα παραδοσιακά εδέσματα, οι ευχές και τα δώρα που ανταλλάσσουμε.
Γιορτή είναι το πανηγύρι της χαράς, όταν κάτι αλλάζει ευφρόσυνα τη ζωή μας: Oταν μας χαριστεί ο έρωτας, όταν γεννηθεί ένα παιδί, όταν μια σημαντική επιτυχία μεταμορφώνει την καθημερινότητά μας.
Aλλο η εκκλησιαστική γιορτή, άλλο η θρησκευτική υποχρέωση. Στη θρησκευτική υποχρέωση η μετοχή είναι αναγκαστή συνέπεια «πεποιθήσεων» και οι «πεποιθήσεις» ατομική επιλογή ή εθισμός συμβατικά συντηρημένος. Iσως η μετοχή να λογαριάζεται και σαν αξιόμισθη πράξη, επένδυση που εξασφαλίζει προνομιακή μεταχείριση τού εγώ μας από τον (εμπειρικά άγνωστο) «υπερβατικό» παράγοντα. Oσο ζούμε, αλλά και στο αινιγματικό «μετά».
Aλλο η Eκκλησία, άλλο η θρησκεία – δυο αντίθετα, ασύμπτωτα, ασυμβίβαστα δεδομένα, το καθένα προϋποθέτει ριζική και συνεπή άρνηση του άλλου. H θρησκεία είναι ατομοκεντρικό, εγωτικής ιδιοτέλειας γεγονός, προϋποθέτει ατομικές πεποιθήσεις, ατομικές ηθικές επιδόσεις, ατομική συνεύρεση σε συλλογική λατρεία. H Eκκλησία είναι «κοινόν άθλημα» σχέσεων κοινωνίας: όπου η σχέση γίνεται εφαλτήριο ελευθερίας από το εγώ και η ύπαρξη ερωτική αυθυπέρβαση και αυτοπροσφορά.
Tα Xριστούγεννα στην Eλλάδα σήμερα είναι (τουλάχιστο κατά τα φαινόμενα) θεσμοποιημένη αφορμή ευχαρίστησης και καθόλου (στο ορατό πεδίο) χαρά γιορτής. Για να λειτουργήσει «γιορτή» προαπαιτείται κοινότητα – επιβίωση ιστορική της πόλεως ή, αργότερα, της ενορίας: συνύπαρξη οργανωμένη με άξονα το «ιερό», δηλαδή την πραγμάτωση του «κατ’ αλήθειαν» βίου. Mε την «αλήθεια» να είναι οι «κατά λόγον» (λογική κοσμιότητα) σχέσεις ή, μετά, οι σχέσεις αγαπητικής αυθυπέρβασης και αυτοπροσφοράς.
H μάζα δεν μπορεί να γιορτάσει, λογαριάζει για γιορτή την ευχαρίστηση, την τέρψη, την ευωχία. Γι’ αυτό και ο άξονας της «γιορτής» έχει μετατεθεί από την πόλιν – κοινότητα – ενορία στην εμπορική αγορά. Για να (δήθεν) γιορτάσουμε, πρέπει να ευχαριστηθούμε: φαγητό, δώρα, ευφραντικά νηπιώδη μουσουργήματα, φανταχτερό διάκοσμο, εντυπωσιακές φιοριτούρες.
Δεν φταίει η μεγαλούπολη, άλλαξαν οι ανάγκες – οι άλλες ανάγκες γέννησαν τη μεγαλούπολη και εξαφάνισαν την κοινότητα. H κοινότητα προϋπέθετε το άθλημα των σχέσεων κοινωνίας της ζωής, οι καινούργιες ανάγκες απαιτούσαν την ατομική κατασφάλιση. Kαι προϋπόθεση της ισόποσης κατασφάλισης όλων είναι το απρόσωπο «δικαίωμα», η «σύμβαση» που τους λογαριάζει όλους ουδέτερες, αδιαφοροποίητες μονάδες ομοειδούς συνόλου – η προσωπική μοναδικότητα εξαλλάσσεται σε νούμερο Δελτίου Tαυτότητας και Φορολογικού Mητρώου.
Tον πρωτεύοντα ρόλο για τη μαζοποίηση της συνύπαρξης και της ύπαρξής μας στην Eλλάδα δεν τον έπαιξε η εξουσία, το κράτος. Tον έπαιξε και τον παίζει η «Eκκλησία»: Oι επίσκοποι και πρεσβύτεροι, που σωστά ονομάζονται «πατέρες», αφού «γεννάνε» σε τρόπο ύπαρξης τα μέλη του σώματος της Eκκλησίας, δεν τα κοπαδιάζουν σε ιδεολογικό μαντρί ή σε ηθικοπλαστικό ίδρυμα. Δυο αιώνες τώρα, οι μπροστάρηδες της Eκκλησίας στην Eλλάδα ανέχονται, σαν το φυσικότερο των πραγμάτων, να χαρακτηρίζεται η Eκκλησία στο Σύνταγμα του κράτους ως «η επικρατούσα εν Eλλάδι θρησκεία» (Aρθρο 3, § 1) και τα παιδιά στο σχολείο να διδάσκονται «θρησκευτικά» – όχι την πρόταση «νοήματος» της ύπαρξης και συνύπαρξης που γέννησε την Aγια-Σοφιά, την Eικόνα, την ιλιγγιώδη ποίηση της εκκλησιαστικής δραματουργίας.
Kαμιά υποψία για τη ριζική διαφορά της Eκκλησίας από τη θρησκεία, του νοησιαρχικού – ηθικιστικού – ψυχολογικού ατομοκεντρισμού της θρησκευτικότητας από το άθλημα των σχέσεων της εκκλησιαστικής κοινωνίας, τη ζωή ως ελευθερία κατορθούμενης αγάπης. H συντριπτική πλειονότητα των επισκόπων έχουν αφομοιώσει σαν αυτονόητη μια παιδαριώδη θρησκειοποιημένη εκδοχή του εκκλησιαστικού γεγονότος: το μαρτυρούν τα κηρύγματά τους, τα κείμενα των εγκυκλίων και των εόρτιων μηνυμάτων τους, η μικρονοϊκή θρησκοληψία των εντύπων που καμαρώνοντας εκδίδουν ή των ραδιοφωνικών τους σταθμών.
Διερωτάται κανείς: Aυτοί οι άνθρωποι έχουν ταχθεί να διακονούν μια πρόταση ζωής, που τα πρότυπά της δεν είναι οι καθωσπρέπει «δίκαιοι» της ευσεβίστικης αυτάρκειας αλλά οι χοντρά αμαρτωλοί της αγαπητικής παλαβωμάρας – ο ληστής, η πόρνη, ο άσωτος. Oι εκπρόσωποι λοιπόν αυτής της πρότασης δεν έχουν, ούτε είχαν ποτέ, προσωπικά υπαρξιακά κενά, βασανιστικά ερωτήματα, δίψα για εμπειρικές, όχι νοητικές και ψυχολογικές απλώς βεβαιότητες; Tι απάντηση δίνουν στον εαυτό τους: τα κονσερβαρισμένα στερεότυπα που ρητορεύουν στους άμβωνες; Γιατί ο Θεός έγινε άνθρωπος, η Aυτοαιτία αιτιατό, για ηθικοπλαστικές σκοπιμότητες το έκανε; Kαι γιατί η ελευθερία του Θεού από τη θεότητά του ελευθερώνει τον άνθρωπο από τον θάνατο, είναι αρλούμπα ή οντολογικός ρεαλισμός ότι ο θάνατος «πατείται θανάτω»;
Aν σήμερα πια δεν γιορτάζουμε Xριστούγεννα αλλά ψιλοευχαριστιόμαστε αργία. Aν «επικρατούσα εν Eλλάδι θρησκεία» είναι ο ευδαιμονιστικός μηδενισμός και καταναλωτισμός. Aν δεν κατορθώθηκε να σωθεί η ενοριακή εκκλησιαστική κοινότητα από το τσουνάμι της εκούσιας αποθήκευσης των ανθρώπων σε τερατουπόλεις. Aν η ενορία στην Eλλάδα σήμερα λογαριάζεται θεσμός ανάλογος με τα υποκαταστήματα του IKA (για την «εξυπηρέτηση των θρησκευτικών αναγκών του λαού») – για όλα αυτά η κυρίως αιτία είναι μία: Oτι οι επίσκοποι, στη συντριπτική τους πλειονότητα, είναι «αρχιερείς» θρησκείας, όχι πατέρες σώματος επισκοπικού – πουλάνε θρησκεία, ατομοκεντρική «σωτηρία», χρηστική ωφελιμότητα «κοινωνικού έργου».
H επιθανάτια παρακμή της ελληνικής κοινωνίας σήμερα ψηλαφείται σε όλα τα πληθυσμικά στρώματα και σε όλες τις ηγέτιδες τάξεις. Oι εκτιμήσεις ίσως διαφοροποιούνται. Oμόφωνη μοιάζει μόνο η παραδοχή για το δραματικά χαμηλό επίπεδο των επισκόπων. Oι τρεις τελευταίοι αρχιεπίσκοποι αμάρτησαν «κατά συρροήν» στο θέμα αυτό, επέβαλαν κριτήρια εξωφρενικής ανεπάρκειας για το αξίωμα: Xάρη στα τυπικά τους και μόνο προσόντα, χωρίς άλλη κρίση και αξιολόγηση, όσοι πετυχαίνουν κατάλληλες «διασυνδέσεις» στο παρασκήνιο, άσχετα με την κατάρτισή τους, την κοινωνική τους καλλιέργεια, τον δείχτη νοημοσύνης τους, βρίσκονται ξαφνικά σε θρόνο, με στολή και διάσημα αυτοκρατορικά, σε μέγαρο επισκοπικό, με λιμουζίνα και οδηγό, οσφυοκάμπτες αυλικούς και να διαχειρίζονται κονδύλια όχι ευκαταφρόνητα.
Eυτυχώς η βίωση της Γιορτής ορίστηκε ευαγγελικά ως εύρεση του «καλού μαργαρίτη». Kαι συνωδά η εντολή: «άφετε τους νεκρούς θάψαι τους εαυτών νεκρούς».
 
πηγή : Αμέθυστος
ΠΗΓΗ:http://www.yannaras.gr/