Κυριακή 17 Ιουλίου 2016

Η Τέταρτη Οικουμενική Σύνοδος (451 μ.Χ.)

Ο λεγόμενος «διάλογος» με τους Αντιχαλκηδόνιους, δηλαδή τους Χριστιανούς εκείνους που δεν δέχονται την Δ΄Οικουμενική Σύνοδο (που συνήλθε στην Χαλκηδόνα), φέρνει στο προσκήνιο και καθιστά επίκαιρα τα γεγονότα και κυρίως την Δογματική Θεολογία αυτής της Συνόδου. Έχουν διατυπωθεί από στόματα ορθοδόξων θεολόγων ότι οι Πατέρες της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου δεν εδογμάτισαν καλώς και άδικα κατεδίκασαν τον Ευτυχή και τον Διόσκορο· άλλοι λένε πως οι αντιχαλκηδόνιοι πιστεύουν ακριβώς ό,τι και οι Ορθόδοξοι, μόνο που διατυπώνουν με διαφορετικό τρόπο τα ίδια νοήματα· προτείνουν μάλιστα και άμεση ένωση μαζί τους, ως αποκατάσταση της «αδικίας» και της αποσχίσεώς τους επί τόσους αιώνες από το σώμα της Αγιωτάτης μας Εκκλησίας. Προσευχόμαστε βέβαια πάντοτε στον Κύριο «υπέρ της των πάντων ενώσεως», και οπωσδήποτε επιθυμούμε την ένωση με τους αδελφούς μας αντιχαλκηδονίους (Κόπτες ή Μονοφυσίτες της Αιγύπτου κλπ), από τη στιγμή όμως που θα αποδεχθούν ακαινοτόμητο και απαράλλακτη την Ορθόδοξη Θεολογία στο σύνολό της, και όχι ύστερα από υποχωρήσεις και αναθεωρήσεις των δογμάτων που μας παρέδωσαν οι Αγιώτατοι Πατέρες της Εκκλησίας μας. Ας δούμε όμως τα πράγματα με την σειρά:

Ο Ευτυχής
Μπορούμε να πούμε πως ο Μονοφυσιτισμός αποτελεί τον αντίποδα του Νεστοριανισμού, που κατεδίκασε η Γ΄ Οικουμενική Σύνοδος. Ο Ευτυχής, κύριος εκπρόσωπος και πατέρας του μονοφυσιτισμού, ήταν αρχιμανδρίτης, δηλαδή ηγούμενος κάποιας μονής στην Κωνσταντινούπολη. Δίδασκε ότι στον Χριστό δεν υπάρχουν πλέον μετά την ενανθρώπηση δύο φύσεις, αλλά μόνο μία, η Θεία, που προήλθε ουσιαστικά μετά από την σύγκραση των δύο φύσεων. «Ομολογώ», έλεγε, «εκ δύο φύσεων γεγενήσθαι τον Κύριον ημών προ της ενώσεως, μετά δε την ένωσιν μίαν φύσιν ομολογώ». Η διατύπωση είναι σαφής: μετά την ένωση, η ανθρώπινη φύση αλλοιώνεται και έτσι έχουμε μόνο μία φύση, την Θεία.
Πρώτη η Ενδημούσα Σύνοδος της Κων/λεως με πρόεδρο τον πατριάρχη Φλαβιανό κατεδίκασε το 448 τον Ευτυχή και την διδασκαλία του.
Ο Τόμος του Λέοντος και η Ληστρική σύνοδος
Αμέσως μετά την καταδίκη του ο Ευτυχής έκανε έκκληση στον Ρώμης Λέοντα, ζητώντας την δικαίωσή του. Ο Λέοντας, αφού ζήτησε και έλαβε επαρκείς πληροφορίες από τον Φλαβιανό, αναγνώρισε την καταδίκη του Ευτυχούς με μια επιστολή του που είναι γνωστή ως «Τόμος του Λέοντος», το περιεχόμενο της οποίας μπορεί να συνοψισθεί στη φράση: ‘δύο φύσεις και ουσίες σε ένα πρόσωπο’ (duaenaturae et substantiaein unampersonam).
Το 449 ο αυτοκράτωρ Θεοδόσιος Β΄ συγκάλεσε οικουμενική σύνοδο στην Έφεσο, όπου προήδρευσε ο Διόσκορος Αλεξανδρείας, με σκοπό την αθώωση του Ευτυχούς και την καταδίκη του Φλαβιανού. Η ελλιπής εκπροσώπηση των Επισκόπων, αλλά κυρίως το πρωτοφανές τρομοκρατικό κλίμα που επεκράτησε και τα μοναδικά στην εκκλησιαστική ιστορία έκτροπα που διαδραματίστηκαν, έκαναν την σύνοδο αυτή μη αποδεκτή από το πλήρωμα της Εκκλησίας και της επέδωσαν τον χαρακτηρισμό ‘Ληστρική’.
Η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος
Το 451 ο νέος αυτοκράτορας Μαρκιανός συγκάλεσε την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο στην Χαλκηδόνα, την πόλη που βρίσκεται στην ασιατική ακτή του Βοσπόρου, απέναντι από την Κωνσταντινούπολη, με σκοπό την αντιμετώπιση της μονοφυσιτικής αιρέσεως. Έτσι καθαιρέθηκε ο Ευτυχής, ο Διόσκορος και οι υπόλοιποι πρωτεργάτες της Ληστρικής συνόδου, και διατυπώθηκε ο περίφημος Όρος της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου:
«Επόμενοι τοίνυν τοις Αγίοις Πατράσιν, ένα και τον αυτόν ομολογείν Υιόν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν συμφώνως άπαντες εκδιδάσκομεν, τέλειον τον αυτόν εν θεότητι και τέλειον τον αυτόν εν ανθρωπότητι, Θεόν αληθώς και άνθρωπον αληθώς τον αυτόν εκ ψυχής λογικής και σώματος, ομοούσιον τω Πατρί κατά την Θεότητα και ομοούσιον ημίν κατά την ανθρωπότητα, κατά πάντα όμοιον ημίν χωρίς αμαρτίας· προ αιώνων μεν εκ του Πατρός γεννηθέντα κατά την Θεότητα, επ’ εσχάτων δε των ημερών τον αυτόν δι’ ημάς και διά την ημετέραν σωτηρίαν εκ Μαρίας της παρθένου της Θεοτόκου κατά την ανθρωπότητα, ένα και τον αυτόν Χριστόν, υιόν, κύριον, μονογενή, εν δύο φύσεσιν ασυγχύτως, ατρέπτως, αδιαιρέτως, αχωρίστως γνωριζόμενον, ουδαμού της των φύσεων διαφοράς ανηρημένης διά την ένωσιν, σωζομένης δεμάλλον της ιδιότητος εκατέραςφύσεως και εις εν πρόσωπον και μίαν υπόστασιν συντρεχούσης, ουκ εις δύο πρόσωπα μεριζόμενον ή διαιρούμενον, αλλ’ένα και τον αυτόν υιόν μονογενή, Θεόν Λόγον, Κύριον Ιησούν Χριστόν, καθάπερ άνωθεν οι προφήται περί αυτού και αυτός ημάς Ιησούς Χριστός εξεπαίδευσε και το των πατέρων ημίν παρέδωκε Σύμβολον».
Συμπερασματικά
Με τον Όρο της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου διαχωρίζεται σαφώς η Ορθόδοξη Πίστη και από την κακοδοξία του Νεστόριου, και από την αίρεση του Μονοφυσιτισμού. Ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός είναι ταυτόχρονα τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος, χωρίς να αλλοιώνεται κάποια από τις δύο φύσεις ή να διαιρείται το ένα πρόσωπο του Θεανθρώπου Ιησού.
Αυτή τη δογματική αλήθεια δεν δέχτηκε η μερίδα των Μονοφυσιτών, απέρριψε την εν Χαλκηδόνι Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο και αποσχίστηκε από το σώμα της μίας, Καθολικής Εκκλησίας. Σήμερα οι Αντιχαλκηδόνιοι, που σημειωτέον δεν δέχονται ούτε τις επόμενες Ε΄, Στ΄, Πενθέκτη και Ζ΄ Οικουμενικές Συνόδους, ζητούν την ένωση· και κάποιοι δικοί μας Ορθόδοξοι θεολόγοι και κληρικοί ελαχιστοποιούν τις διαφορές, φθάνουν μάλιστα και στο σημείο να θεωρούν τους αντιχαλκηδόνιους απολύτως ορθόδοξους. Υπάρχουν όμως – δόξα τω Θεώ -και οι αντίθετες φωνές, προερχόμενες κυρίως από στόματα και πένες φωτισμένων κατά Θεόν ανθρώπων που ασκούνται στον ευλογημένο Άθωνα, που με γνώμονα την Πατερική Θεολογία διατυπώνουν εν ταπεινώσει την γνώμη τους ή, μάλλον, την απ’ αιώνων Ορθόδοξη διδασκαλία.
Αυτό που σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να ξεχνούμε είναι ότι η Ορθοδοξία πάντοτε έτρεφε και τρέφει αισθήματα συμπαθείας και αγάπης προς τους πλανεμένους αδελφούς, δέχεται όμως στους κόλπους της όσους ασπάζονται πλήρως και ανεπιφύλακτα τη Δογματική της διδασκαλία, όπως μας παρεδόθη μέσα από τις Οικουμενικές Συνόδους. Η οποιαδήποτε λοιπόν προσέγγιση και τοποθέτηση, είτε υπέρ είτε κατά της ενώσεώς μας με τους Αντιχαλκηδονίους (και όχι μόνον) θα πρέπει να πραγματοποιείται εν αγάπη, χωρίς εγωισμούς, προκαταλήψεις και μισαλλοδοξίες, αλλά και εν αληθεία,χωρίς να νοθεύεται ή να υποβαθμίζεται η ορθόδοξη Παράδοση και διδασκαλία.
(1999)


Πρωτότυπο κείμενο από Απλά & Ορθόδοξα - π. Χερουβείμ Βελέτζας: http://xerouveim.blogspot.com/2009/10/blog




*************************************************

Το έργο της τετάρτης Οικουμενικής Συνόδου από θεολογικής απόψεως είναι το κλειδί για την ορθή κατανόηση του Χριστολογικού δόγματος. Είναι η συμπλήρωση του έργου της Τρίτης Οικουμενικής Συνόδου στον τομέα αυτό, αλλά ταυτόχρονα έθεσε τις βάσεις για την περαιτέρω αποσαφήνιση του Χριστολογικού δόγματος στις Ε΄ και ΣΤ΄ Οικουμενικές Συνόδους. Ως συμπλήρωση του έργου της Τρίτης Οικουμενικής Συνόδου θεωρείται διότι διεσάφισε πλήρως τον τρόπο της σχέσεως των δύο φύσεων, στον Χριστό: Δύο φύσεις ενωμένες ατρέπτως, αναλλοιώτως και ασυγχύτως σε ένα πρόσωπο (υπόσταση). Ως θεμέλιο για την Ε΄ και ΣΤ΄ Οικουμενικές Συνόδους χαρακτηρίζεται διότι: Η μεν πρώτη υπογράμμισε το ενιαίο του προσώπου του Θεανθρώπου, η δε δεύτερη ότι η διάκριση των δύο φύσεων (Θείας και ανθρώπινης) στον Χριστό έχει ως φυσική συνέπεια την διάκριση δύο θελημάτων και ενεργειών.[...]


Ο Όρος της Συνόδου
[...] Αφού αρχικώς αναφέρεται στο Σύμβολο της Πίστεως της Πρώτης, εν Νικαία, Οικουμενικής Συνόδου και της Δευτέρας εν Κωνσταντινουπόλει, Οικουμενικής Συνόδου το οποίον και επικυρώνει, εν συνεχεία καταδικάζει τις αιρέσεις του Νεστορίου και Ευτυχούς προχωρεί και καταλήγει στο συμπέρασμα:

ΚΕΙΜΕΝΟ
Ἑ­πό­με­νοι τοί­νυν τοῖς ἁ­γί­οις Πα­τρά­σιν, ἕ­να καί τόν αὐ­τόν ὁ­μο­λο­γεῖν Υἱ­όν καί Κύ­ρι­ον ἡ­μῶν Ἰ­η­σοῦν Χρι­στόν συμ­φώ­νως ἅ­πα­ντες ἐκ­δι­δά­σκο­μεν, τέ­λει­ον τόν αὐ­τόν ἐν θε­ό­τη­τι καί τέ­λει­ον τόν αὐ­τόν ἐν ἀν­θρω­πό­τη­τι, Θε­όν ἀ­λη­θῶς καί ἄν­θρω­πον ἀ­λη­θῶς τόν αὐ­τόν ἐκ ψυ­χῆς λο­γι­κῆς καί σώ­μα­τος, ὁ­μο­ού­σι­ον τῷ Πα­τρί κα­τά τήν Θε­ό­τη­τα καί ὁ­μο­ού­σι­ον τόν αὐ­τόν ἡ­μῖν κα­τά τήν ἀν­θρω­πό­τη­τα, κα­τά πά­ντα ὅ­μοι­ον ἠ­μίν χω­ρίς ἁ­μαρ­τί­ας· πρό αἰ­ώ­νων μέν ἐκ τοῦ Πα­τρός γεν­νη­θέ­ντα κατά την θεότητα, ἐ­π' ἐ­σχά­των δέ τῶν ἡ­με­ρῶν τόν αὐ­τόν δι' ἡ­μᾶς καί δι­ά τήν ἡ­με­τέ­ραν σω­τη­ρί­αν ἐκ Μα­ρί­ας τῆς Παρ­θέ­νου τῆς Θε­ο­τό­κου κα­τά τήν ἀν­θρω­πό­τη­τα, ἕ­να καί τόν αὐ­τόν Χρι­στόν Υἱ­όν, Κύ­ρι­ον, μο­νο­γε­νῆ ἐν δύ­ο φύ­σε­σιν [ἐκ δύο φύσεων][18]ἀ­συγ­χύ­τως ἀ­τρέ­πτως ἀ­δι­αι­ρέ­τως, ἀ­χω­ρί­στως γνω­ρι­ζό­με­νον, οὐ­δα­μοῦ της τῶν φύ­σε­ων δι­α­φο­ράς ἀ­νη­ρη­μέ­νης δι­ά τήν ἕνω­σιν, σω­ζο­μέ­νης δέ μᾶλ­λον τῆς ἰ­δι­ό­τη­τος ἑ­κα­τέ­ρας φύ­σε­ως καί εἰς ἕν πρό­σω­πον καί μί­αν ὑ­πό­στα­σιν συ­ντρε­χού­σης οὐκ εἰς δύο πρό­σω­πα με­ρι­ζό­με­νον ἤ δι­αι­ρού­με­νον, ἀλ­λ' ἕ­να καί τόν αὐ­τόν Υἱ­όν και μο­νο­γε­νῆ, Θε­όν Λό­γον, Κύ­ρι­ον Ἰ­η­σοῦν Χρι­στόν, κα­θά­περ ἄ­νω­θεν οἱ προ­φῆ­ται πε­ρί αὐ­τοῦ καί αὐ­τός ἡ­μᾶς ὁ Κύ­ρι­ος Ἰ­η­σοῦς Χρι­στός ἐ­ξε­παίδευ­σε καί τό τῶν Πα­τέ­ρων ἡμ­ῖν πα­ραδέδω­κε Σύμ­βο­λον"[19].
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ
Α­κο­λου­θών­τας, λοι­πόν, τους α­γί­ους Πα­τέ­ρες, ο­μο­λο­γού­με, ό­τι έ­νας εί­ναι και ο αυ­τός Υι­ός, ο Κύ­ριος η­μών Ι­η­σούς Χρι­στός και ό­λοι μα­ζί με συμ­φω­νί­α, δι­δά­σκου­με ό­τι Αυ­τός εί­ναι τέ­λει­ος κα­τά τη Θεί­α του φύ­ση και τέ­λει­ος ο ί­διος κα­τά την αν­θρώ­πι­νη φύ­ση, α­λη­θώς Θε­ός και α­λη­θώς άν­θρω­πος εί­ναι ο ί­διος με ψυ­χή λο­γι­κή και σώ­μα, έ­χον­τας την ί­δια ου­σί­α με τον Πα­τέ­ρα κα­τά την Θεί­α Του φύ­ση και την ί­δια ου­σί­α με ε­μάς, ο ί­διος κα­τά την αν­θρώ­πι­νη Του φύ­ση, χω­ρίς α­μαρ­τί­α ό­τι γεν­νή­θη­κε προ των αι­ώ­νων α­πό τον Πα­τέ­ρα κα­τά την Θεί­α του φύ­ση ε­νώ κα­τά τις έ­σχα­τες η­μέ­ρες ο ί­διος χά­ριν η­μών και για την σω­τη­ρί­αν μας μέ­σω της Παρ­θέ­νου Μα­ρί­ας της Θε­ο­τό­κου γεν­νή­θη­κε κα­τά την αν­θρώ­πι­νη του φύ­ση, εί­ναι έ­νας και ο αυ­τός Χρι­στός, Υι­ός, Κύ­ριος, μο­νο­γε­νής, με δύ­ο φύ­σεις, δί­χως σύγ­χυ­ση, τρο­πή ή χω­ρι­σμό α­να­γνω­ρι­ζό­με­νος δί­χως κα­θό­λου να κα­ταρ­γεί­ται η δι­α­φο­ρά των φύ­σε­ων α­πό την με­τα­ξύ τους ε­νό­τη­τα αλ­λά μάλ­λον δι­α­σώ­ζε­ται, η ι­δι­αι­τε­ρό­τη­τα της κά­θε φύ­σε­ως που συν­τρέ­χει (μα­ζί με την άλ­λη) σε έ­να πρό­σω­πο και μί­α υ­πό­στα­ση, δί­χως να δι­αι­ρεί­ται σε δύ­ο πρό­σω­πα, αλ­λά έ­νας και ο αυ­τός υι­ός μο­νο­γε­νής Θε­ός Λό­γος, Κύ­ριος Ι­η­σούς Χρι­στός ό­πως α­κρι­βώς οι προ­φή­τες με ά­νω­θεν φω­τι­σμό μας ε­δί­δα­ξαν γι' αυ­τόν, αλ­λά και αυ­τός ο ί­διος ο Κύ­ριος Ι­η­σούς Χρι­στός μας παι­δα­γώ­γη­σε και το σύμ­βο­λο των Πα­τέ­ρων μας πα­ρέ­δω­σε.
Υπογραμμίσαμε την έκφραση «εν δύο φύσεσιν»διότι υπάρχει και η γραφή «εκ δύο φύσεων». Η δεύτερη αυτή γραφή υπάρχει στο ελληνικό πρωτότυπο κείμενο, στην δε Λατινική μετάφραση του υπάρχει η διατύπωση «εν δύο φύσεσι»(Induabus naturis). Η διαφορά είναι σημαντική, διότι ο όρος «εκ δύο φύσεων»δε απέκλειε την ορολογία «μία φύση»μετά την ένωση.Η δεύτερη διατύπωση απέκλειε κάθε τέτοια ορολογία[20].Όμως η Σύνοδος στο αμέσως προηγούμενο τμήμα του Όρου, όπου περιγράφεται η καταδίκη του Νεστοριανισμού και του Ευτυχιανισμού, από τον Λέοντα Ρώμης στην επιστολήν του προς Φλαβιανόν, αναφέρει:



Κείμενον

«Τοῖς τέ γάρ εἰς υἱ­ῶν δυ­ά­δα το τῆς οἰ­κο­νο­μί­ας δι­α­σπᾶν ἐ­πι­χει­ρού­σι μυ­στή­ρι­ον πα­ρα­τάτ­τε­ται καί τούς πα­θη­τήν τοῦ Μο­νο­γε­νοῦς λέ­γειν τολ­μῶ­ντας τήν Θε­ό­τη­τά του τῶν ἱ­ε­ρέ­ων ἀ­πω­θεῖ­ται συλ­λό­γου, καί τοῖς ἐ­πί τῶν δύο φύ­σε­ων τοῦ Χρι­στοῦ κρᾶ­σιν ἤ σύγ­χυ­σιν ἐ­πι­νο­ού­σιν ἀν­θί­στα­ται, καί τούς οὐ­ρά­νι­ον ἤ ἑ­τέ­ρας τινος ὑ­πάρ­χειν οὐ­σί­ας τήν ἐ­ξ' ἡ­μῶν λη­φθεῖ­σαν αὐ­τῶ τοῦ δού­λου μορ­φην πα­ρα­παί­ο­ντας ἐ­ξε­λαύ­νει, καί τούς δυ­ό μέν πρό τῆς ἑνώ­σε­ως φύ­σεις τοῦ Κυ­ρί­ου μυ­θεύ­ο­ντας, μί­αν δέ με­τά τήν ἔ­νω­σιν ἀ­να­πλάτ­το­ντας ἀ­να­θε­μα­τί­ζει»[21].


Με­τά­φρα­ση

Αυ­τούς που ε­πι­χει­ρούν να δι­α­σπά­σουν, το μυ­στή­ριο της Θεί­ας Οι­κο­νο­μί­ας σε δυά­δα υι­ών και αυ­τούς που τολ­μούν να λέ­γουν ό­τι εί­ναι πα­θη­τή, η Θε­ό­τη­τα του Μο­νο­γε­νούς (η πα­ρού­σα Σύ­νο­δος α­πω­θεί) α­πό τον σύλ­λο­γο των ι­ε­ρέ­ων (να εί­ναι κα­θη­ρη­μέ­νος) και σε ό­σους ε­πι­νο­ούν κρά­ση ή σύγ­κρι­ση των δύ­ο φύ­σε­ων του Χρι­στού (η πα­ρού­σα Σύ­νο­δος) αν­τι­στέ­κε­ται και αυ­τούς που πα­ρα­λη­ρούν ό­τι η φύ­ση που πα­ρέ­λα­βε ε­ξ' η­μών ή­ταν α­πό ου­ρά­νια ή άλ­λη ου­σί­α (η πα­ρού­σα Σύ­νο­δος) α­πο­δι­ώ­ξει αυ­τούς που λέ­γουν το μύ­θο ό­τι δύ­ο φύ­σεις (εί­χε ο Χρι­στός) πριν την έ­νω­ση και μί­α με­τά την έ­νω­σιν ξα­να­πλά­θουν (η πα­ρού­σα Σύ­νο­δος) α­να­θε­μα­τί­ζει

Είναι λοιπόν προφανές ότι και στην διατύπωση «ἐκ δύο φύσεων», δεν αποδίδεται η μονοφυσιτική ερμηνεία, αλλά η ίδια έννοια με το «ἐν δύο φύσεσι»της λατινικής μεταφράσεως.
Ο Όρος της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου,λοιπόν απέκοπτε και τις δύο υπερβολές από την παράδοση της Εκκλησίας και τον Νεστοριανισμό και τον Μονοφυσιτισμό. Η ορθή βάση της ερμηνείας του μυστηρίου της θείας ενανθρωπίσεως ήταν η υποστατική ένωση των δύο φύσεων. Αυτό έγινε με την αποσύνδεση της άρρηκτης σχέσης φύσεως και προσώπου, οπότε κατέστη δυνατόν να παραδέχεται κανείς δύο φύσεις στον Χριστό, δίχως να είναι αναγκασμένος να δέχεται και δύο πρόσωπα, αρκεί να δέχεται πράγματι τις συνέπειες της υποστατικής ενώσεως και την πραγματική μετάδοση των ιδιωμάτων των δύο φύσεων.
Επίσης Ορθόδοξος ήταν και όποιος δεχόταν την ορολογία του Αγ. Κυρίλλου «μία φύσις τοῦ Λόγου σεσαρκωμένη», αν δεχόταν συγχρόνως την ομοουσιότητα της σαρκός του Χριστού με την ανθρώπινη φύση και απέφευγε κάθε «τροπή»«φυρμό»ή «σύγκραση» των δύο φύσεων[22].
Ώστε μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος πράγματι ορθοτόμησε τον λόγο της Αληθείας διακηρύττοντας με τρόπο αυθεντικό την πίστη της Εκκλησίας για την τέλεια ένωση των δύο φύσεων σε ένα μόνο πρόσωπο, παραμερίζοντας τις ακραίες τάσεις τόσο της αλεξανδρινής σχολής (με το «αδιαιρέτως», «ατρέπτως») όσο και της αντιοχειανής(με το «αδιαιρέτως», «αχωρίστως»)[23].
Ακόμη με την παραδοχή του Χριστού ως τελείου Θεού και τελείου Ανθρώπου με λογική ψυχή, ο όρος στρεφόταν κατά του Απολιναρισμού. Κυρίως όμως έπληττε τον Μονοφυσιτισμό[24].Κατέχει δε, η Σύνοδος αυτή μεγάλη σημασία διότι αφ' ενός συμπληρώθηκε το έργο της Γ΄ Οικουμενικής Συνόδου διατυπώνοντας το Χριστολογικό δόγμα, και προδιέγραψε το έργο της Πέμπτης και της Έκτης Οικουμενικής Συνόδου.

πηγή : + Φώτιος

***********************************

[...]    Αγία Μεγαλομάρτυς και Παρθενομάρτυς Ευφημία
Ένα από τα πολλά θαύματα που έκανε η Αγία Ευφημία είναι και ακόλουθο που συνετέλεσε καθοριστικά στην ορθή διδασκαλία της Χριστιανική Πίστης. Στην Χαλκηδόνα συνήλθαν οι 630 θεοφόροι Πατέρες, το έ­τος 451 μ. Χ. συγκροτήσαντες την 4η Οικου­μενική Σύνοδο. Η Σύνοδος, καταδίκαζε τον αιρετικό Ευτυχή, που κήρυττε ότι ο Χριστός έχει μόνο μία φύση και μία ενέργεια, αυτή της Θεότητας. Οι Άγιοι Πατέρες δογμάτισαν την πίστη της Εκκλησίας, ότι ο Χριστός έχει δύο τέλειες φύσεις, θελήσεις και ενέργειες, την θεία και την ανθρώπινη, σε μία Υπόσταση. Αυτές οι δύο φύσεις είναι άτρεπτες, ασύγχυτες, αναλλοίωτες και αδιαίρετες. Οι Ορθόδοξοι Πατέρες συνέταξαν Τόμο, ο ο­ποίος περιείχε την αληθινή πίστη. Επίσης οι αιρετικοί Μονοφυσίτες συνέταξαν και αυτοί Τόμο, που περιείχε τα πιστεύω τους. Τότε ομό­φωνα ορθόδοξοι και αιρετικοί αποφάσισαν να τε­θούν και τα δύο κείμενα στο στήθος της Αγίας Ευφημίας. Άνοιξαν την λειψανοθήκη, τα τοποθέτησαν στην Αγία Ευφημία και την σφράγισαν πάλι. Όταν άνοιξαν την λειψανοθήκη, βρήκαν τον Τόμο των Ορθόδοξων Πατέρων στα χέρια της Αγίας και τον Τόμο των Μονοφυσιτών στα πόδια της. Έτσι η Αγία Ευφημία με το εξαίσιο αυτό θαύμα, «επικύρωσε» και «υπέγραψε» τον ορθόδοξο Τόμο και ανέδειξε το Χριστολογικό δόγμα περί των δύο φύσεων του Χρι­στού. Η μνήμη της εορτάζεται από την Εκκλησία μας στις 16 Σεπτεμβρίου.

πηγή : e- MHTERIKO

Υάκινθος

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου