Κυριακή 18 Μαΐου 2014

ΔΥΟ ΕΧΘΡΟΙ ΣΕ ΔΙΑΛΟΓΟ

 
    Η ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΜΕ ΤΗΝ ΑΓΙΑ ΦΩΤΕΙΝΗ     
      

Η διήγηση του Ευαγγελιστή Ιωάννη που αφορά το περιστατικό της συνάντησης του Χριστού με τη Σαμαρείτιδα και το διάλογο που προέκυψε από αυτή τη συνάντηση μπορεί να γίνει αφετηρία για πολλές συζητήσεις και προβληματισμούς. Είναι χαρακτηριστικό της μεθόδου που ακολουθεί ο Ιωάννης στη συγγραφή του Ευαγγελίου του, να δίνει πολλαπλά ερεθίσματα από μια αναφορά.
Η σπουδαιότερη φράση που διατυπώνεται όμως στον διάλογο αυτό βγαίνει απ΄ τα χείλη του Χριστού. Απαντώντας ο Ιησούς στην ερώτηση της Σαμαρείτιδας για το ποιος είναι ο καταλληλότερος τόπος λατρείας διαβεβαιώνει ότι ο Θεός είναι πνεύμα και αναζητεί προσκυνητές που θα τον λατρεύουν πνευματικά και αληθινά. Ενώ η γυναίκα ρωτά για τον τόπο της λατρείας ο Χριστός απαντά για τον τρόπο. Για τους ανθρώπους της εποχής αυτής είχε μεγάλη σημασία ο λατρευτικός χώρος. Η λατρεία δε μπορούσε να προσφερθεί σε οποιοδήποτε χώρο αλλά προϋπέθετε έναν αγιασμένο τόπο. Είχε καταστεί μάλιστα ζήτημα διαφωνίας ο τόπος της λατρείας ανάμεσα σε Ιουδαίους και Σαμαρείτες και ο καθένας προέκρινε το δικό του τόπο ως τον μόνο κατάλληλο για να λατρευτεί ο Θεός. Η αντίληψη αυτή αναδεικνύει σε όλο το εύρος τη στενή αντίληψη του Μωσαϊκού Νόμου για τη λατρεία.
Ο Χριστός φωτίζοντας τις σκιές και τα σύμβολα του Νόμου δεν ήταν δυνατόν να μη συμπεριλάβει στο διδακτικό του έργο το ζήτημα της λατρείας. Λαμβάνοντας αφορμή από το απλοϊκό και εν πολύς σχολαστικό ερώτημα για το αν ο Θεός πρέπει να λατρεύεται στο Ναό των Ιεροσολύμων ή στο πηγάδι του Ιακώβ εισάγει τη Σαμαρείτιδα και κατ΄ επέκταση κάθε αναγνώστη του Ευαγγελίου στο ουσιαστικότερο ερώτημα που αφορά το πώς πρέπει να λατρεύεται ο Θεός. Με τη Σταύρωση και την Ανάσταση του Χριστού κάθε τόπος θα καταστεί αγιασμένος και θα είναι δυνατόν σε αυτόν να λατρευτεί ο Θεός, σημασία όμως θα έχει πλέον αν οι λάτρεις του Θεού θα εκτελούν το έργο της λατρείας εν πνεύματι και αληθεία.
Η πνευματική λατρεία του Θεού πολλές φορές έχει παρερμηνευθεί και έχει θεωρηθεί ως μια λατρεία ασώματη όπου ο άνθρωπος λατρεύει το Θεό με το πνεύμα του και μόνο χωρίς την συμμετοχή της ύλης. Αυτή η θεωρία ιδιαιτέρως αγαπητή στους Προτεστάντες αφού τους δίνει την ευκαιρία να αποκλείσουν από τη συμμετοχή στη λατρεία κάθε υλική διάσταση δε μπορεί να είναι παρά μια παρερμηνεία. Ο άνθρωπος όταν λατρεύει το Θεό το πράττει ως μια ψυχοσωματική ενότητα και φυσικά το πνεύμα του, δηλαδή η ψυχή του, μετέχει στη λατρεία ισότιμα με το σώμα. Η πνευματική λατρεία του Θεού είναι κάτι σπουδαιότερο και βαθύτερο και έχει σχέση με τη δράση του Αγίου Πνεύματος σε αυτή.
Η λατρεία του Θεού είναι το κατεξοχήν έργο του ανθρώπου, θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο άνθρωπος είναι ένα ον λατρευτικό, αποκτά ποιοτική και ουσιαστική αξία όταν λατρεύει το Θεό, ενώ όταν εγκαταλείπει το έργο αυτό υποβιβάζει την ύπαρξη του και λατρεύει κακέκτυπα του Θεού όπως η υλικός κόσμος ή ο εαυτός του. Η λατρεία όμως δεν είναι μια μονομερής πράξη αλλά μια συνάντηση του Θεού με τον άνθρωπο, όπου ο άνθρωπος ανοίγεται στο Θεό μέσω αυτής και ο Θεός ανταποκρίνεται. Όταν το ένα μέρος δε συναντά το άλλο δε μπορούμε να μιλήσουμε για λατρεία αλλά για ένα μονόλογο. Το στοιχείο που καθιστά τη λατρεία πνευματική είναι ο ερχομός του Αγίου Πνεύματος στο λάτρη του Θεό. Το τρίτο πρόσωπο της Αγίας Τριάδος με την αγιαστική του δύναμη είναι καθοριστικό για την λατρεία. Αγιάζει τον άνθρωπο και τον καθιστά ικανό να ενωθεί με το Θεό μέσα από τη λατρεία. Εάν η λατρεία στερείται την αγιαστική δύναμη του Αγίου Πνεύματος ο άνθρωπος λατρεύει το Θεό με το πνεύμα του Μωσαϊκού Νόμου, αναζητά ιερούς τόπους, κατάλληλες ευκαιρίες, ωραίους ύμνους για να λατρεύσει το Θεό και δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί ότι κάθε τόπος, κάθε χώρος, κάθε χρόνος είναι μια ευκαιρία για λατρεία του Θεού.
Επομένως εκείνοι που ποθούν να λατρεύσουν το Θεό σύμφωνα με τον τρόπο που Χριστός υπέδειξε στη Σαμαρείτιδα παρακαλούν το Θεό να αποστείλει το Πνεύμα το Άγιο ώστε να καταστήσει τη λατρεία τους ευπρόσδεκτη, όπως ο Δαυίδ που ζητάει από το Θεό “Καρδίαν καθαρὰν κτίσον ἐν ἐμοὶ ὁ Θεός, καὶ Πνεῦμα εὐθὲς ἐγκαίνισον ἐν τοῖς ἐγκάτοις μου” Γνωρίζει πολύ καλά ότι προϋπόθεση για μείνει στα έγκατα της ύπαρξής του το Πνεύμα του Θεού είναι η καθαρή καρδιά. Η καρδιά που διατηρεί εμπάθεια, αμαρτίες και δε διαθέτει καθαρότητα δεν δέχεται τη χάρη του Αγίου Πνεύματος χωρίς την οποία η λατρεία δεν είναι αληθινή και καθίσταται ανίκανος να πραγματοποιήσει το βασικό σκοπό της ύπαρξής του.
Οι ασκητές της Εκκλησίας μας διακρίνονται για δύο βασικές επιδιώξεις τους, η πρώτη είναι η απερίσπαστη προσευχή. Μέσα από την αδιάλειπτη προσευχή, από τη νοερά ευχή προσπαθούν να λατρεύουν το Θεό καθ΄ όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Η δεύτερη επιδίωξή τους είναι η διατήρηση της εσωτερικής τους καθαρότητας. Αγωνίζονται να κρατήσουν μακριά τους όχι μόνο την αμαρτία αλλά και αυτή ακόμη την ανάμνηση της αμαρτίας που τους επισκέπτεται μέσω των λογισμών. Αντιλαμβανόμαστε ότι και οι δύο επιδιώξεις τους συνδέονται στενά. Επιδιώκουν την καθαρότητα ώστε να φτάσουν στην πνευματική λατρεία. Έτσι καταλαβαίνουμε γιατί οι ασκητές που τόσο πολύ θαυμάζονται τα τελευταία χρόνια δεν είναι ηθικιστές. Δεν απορρίπτουν την αμαρτία για να μην κακολογηθούν από τους ανθρώπους ή για να μην τιμωρηθούν από το Θεό αλλά αγωνίζονται εναντίον της γιατί θα τους στερήσει την πνευματική λατρεία που τους ενώνει με το Θεό και η στέρηση αυτή είναι βαθύς πόνος για την ανθρώπινη ψυχή.
Το να προσπαθήσει να περιγράψει κάποιος την πνευματική λατρεία είναι δύσκολο εγχείρημα. Βασικό χαρακτηριστικό της όμως είναι η γαλήνη. Η χάρη του Αγίου Πνεύματος εισέρχεται στον άνθρωπο με όλη τη δύναμή της και του προκαλεί αρχικά γαλήνη. Τον φέρνει κοντά στο Θεό, η προσευχή του γίνεται θερμή και αναζητά όλο και πιο πολύ το Θεό. Μέσα στον άνθρωπο πλέον κατοικεί ο Πατέρας με τον Υιό και η λατρεία γίνεται αληθινή. Παύει να προσεύχεται ο άνθρωπος αλλά ο ίδιος ο Παράκλητος μιλάει πλέον μέσα από αυτόν. Το πιο συνταρακτικό όμως είναι ότι η πνευματική λατρεία δεν περιορίζεται στην ώρα της προσευχής, στην ώρα της Θείας Λειτουργίας αλλά ο άνθρωπος συνεχίζει να λατρεύει το Θεό διαρκώς. Ολόκληρη η ύπαρξή του μεταβάλλεται σε προσευχή που ανεβαίνει προς το Θεό. Την ώρα που κινείται, που μιλάει, που τρώει, που κοιμάται, που αγρυπνεί, λατρεύει το Θεό. Κατά κάποιο τρόπο γίνεται όμοιος με τους αγγέλους που ως όντα λατρευτικά δοξολογούν τον Δημιουργό τους ακατάπαυστα.
Η τυποποίηση της λατρείας θεωρήθηκε από την Εκκλησία ειδωλολατρεία. Η λατρεία μέσα από λόγια και τελετουργικές κινήσεις χωρίς σε αυτά να λαμβάνει μέρος όλος ο άνθρωπος με την ψυχή και το σώμα του αγιασμένα από τη χάρη του Θεού είναι λατρεία δαιμονική. Ο Χριστός αποκάλυψε στη Σαμαρείτιδα ένα Θεό και ένα Μεσσία άγνωστο μέχρι τότε. Την έβγαλε από τα στενά όρια της Μωσαϊκής λατρείας και την εισήγαγε στην καθαρά Αγιοπνευματική λατρεία. Αυτό την έκανε να τον αγαπήσει τόσο πολύ που τον ακολούθησε σε όλη της τη ζωή και μάλιστα επισφράγισε τη ζωή της με το μαρτύριο. Έγινε η Αγία Μάρτυς Φωτεινή. Το περιστατικό αυτό επαναλαμβάνεται διαρκώς μέσα στη ζωή της Εκκλησίας μας, όπου υπάρχουν άνθρωποι που λατρεύουν το Θεό εν πνεύματι και αληθεία σαγηνεύουν τις καρδιές των ανθρώπων γιατί εμφανίζουν μπροστά τους τον Θεό ακριβώς έτσι όπως είναι στην πραγματικότητα. Αντίθετα όπου η λατρεία είναι αποστερημένη από το Άγιο Πνεύμα και αντί για την Αλήθεια περιβάλλεται την υποκρισία απωθεί.
 
ΠΗΓΗ.ΑΛΗΘΕΙΑ
 
πηγή : Θησαυρός Γνώσεων και Ευσεβείας    Δημοσιεύθηκε από

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου